Get Adobe Flash player

Αναζήτηση

Πρόσφατες Δημοσιεύσεις

Ultraviolet radiation and effects on humans: the paradigm of maternal vitamin D production during pregnancy
Anastasiou A, Karras SN, Bais A, Grant WB, Kotsa K, Goulis DG. Eur J Clin Nutr. 2016 Sep 28. doi: 10.1038/ejcn.2016.188. [Epub ahead of print] PMID: 27677369 DOI: 10.1038/ejcn.2016.188 
Maternal vitamin D levels during pregnancy and neonatal health: evidence to date and clinical implications
Karras SN, Fakhoury H, Muscogiuri G, Grant WB, van den Ouweland JM, Colao AM, Kotsa K. Ther Adv Musculoskelet Dis. 2016 Aug;8(4):124-35. doi: 10.1177/1759720X16656810. Epub 2016 Jul 13. PMID: 27493691 PMCID: PMC4959630 DOI: 10.1177/1759720X16656810 
Do studies reporting 'U'-shaped serum 25-hydroxyvitamin D-health outcome relationships reflect adverse effects?
Grant WB, Karras SN, Bischoff-Ferrari HA, Annweiler C, Boucher BJ, Juzeniene A, Garland CF, Holick MF. Dermatoendocrinol. 2016 May 16;8(1):e1187349. doi: 10.1080/19381980.2016.1187349. PMID:27489574 PMCID:PMC4951179 DOI:10.1080/19381980.2016.1187349 
Βρίσκεστε εδώ: Ενδοκρινικές διαταραχές - παθήσεις > Λιπίδια
Διαταραχές των λιπιδίων

Τι είναι τα λιπίδια;

Ως λιπίδιο χαρακτηρίζεται μία βιολογική οργανική ένωση που έχει προέλθει από την αντίδραση γλυκερόλης και λιπαρών οξέων και περιέχει άνθρακα, υδρογόνο, οξυγόνο, μαζί με κάποια άλλα στοιχεία όπως άζωτο και φώσφορο. Τα λιπίδια, λεγόμενα ορισμένες φορές και λίπη, αποτελούν τα δομικά συστατικά των κυτταρικών μεμβρανών καθώς και του νευρικού ιστού. Πρόκειται για πολύ σημαντικές πηγές ενέργειας, που αποθηκεύονται σε διάφορα μέρη του σώματος, καθώς και σπουδαίους (προστατευτικούς) μονωτές. Το μεγάλο μοριακό τους μέγεθος κάνει τα λιπίδια αδιάλυτα στο νερό, πλην όμως διαλυτά σε οργανικούς διαλύτες, όπως η ακετόνη και ο αιθέρας. Το τεστ γαλακτωματοποίησης (emulsion test) είναι μια χοντρική μέθοδος για να διαπιστωθεί η παρουσία ή απουσία λιπιδίων σε ένα δείγμα.

Τα λιπίδια, σε γενικές γραμμές, αποτελούν λιποδιαλυτά μόρια που απαντώνται φυσιολογικά σε έναν ζωντανό οργανισμό, όπως τα λίπη, τα έλαια, οι κηροί, η χοληστερίνη, οι στερόλες, οι λιποδιαλυτές βιταμίνες (A, D, E και K), τα μονογλυκερίδια, διγλυκερίδια, φωσφολιπίδια και άλλες. Τα λιπίδια είναι αναγκαία δομικά συστατικά των κυττάρων, αλλά προτιμώνται και ως αποθήκες ενέργειας σε πολλούς οργανισμούς, επειδή κατά την διασπασή τους απελευθερώνεται μεγάλο ποσό ενέργειας (διπλάσιο από αυτό που απελευθερώνεται από τους υδατάνθρακες).

[Σύμπτυξη όλων]  [Ανάπτυξη όλων]

Διαταραχές των λιπιδίων (δυσλιπιδαιμίες) είναι οι ποιοτικές ή ποσοτικές αλλαγές στις λιποπρωτεϊνικές ομάδες που μεταφέρουν τα λιπίδια στον οργανισμό. Με τον όρο δυσλιπιδαιμία ορίζουμε το πολύ υψηλό ή πολύ χαμηλό επίπεδο λιπιδίων στο αίμα. Λιπίδια είναι τα τριγλυκερίδια, η LDL χοληστερίνη (ή «κακή χοληστερίνη») και η HDL χοληστερίνη (η «καλή χοληστερίνη»).

Τα τριγλυκερίδια είναι οργανικές ενώσεις που παράγονται τόσο από το ζωϊκό όσο και από τον φυτικό οργανισμό με την μορφή ελαίων και λιπών. Κατά τη διάρκεια της πέψης των τροφών με την επίδραση της παγκρεατικής λίπασης και της χολής, τα διασπαμένα τριγλυκερίδια, χοληστερόλη και φωσφολιπίδια, απορροφούνται από το έντερο και υπό μορφή χυλομικρών φθάνουν στο ήπαρ όπου γίνεται η σύνθεση των λιποπρωτεϊνών.

Τα τριγλυκερίδια προέρχονται από την τροφή, τους υδατάνθρακες, τα λευκώματα, σε μια διαδικασία σύνθεσης που πραγματοποιείται στα κύτταρα του λιπώδους ιστού και του ήπατος.

Η χοληστερίνη αποτελεί βασικό συστατικό της κυτταρικής μεμβράνης, είναι απαραίτητη για την σύνθεση χολικών οξέων και ορμονών. Οι μεγαλύτερες ποσότητες χοληστερίνης (60%) δημιουργούνται στο ήπαρ ενώ το 40% είναι εξωγενούς προέλευσης, δηλαδή προέρχεται από διατροφή.

Η LDL, (η «κακή χοληστερίνη») μεταφέρει την χοληστερίνη από το ήπαρ στα αγγεία.

Η HDL, (η «καλή χολιστερίνη») απομακρύνει τη χοληστερίνη που εναποτίθεται στα αγγεία και τη μεταφέρει στο συκώτι. Στο συκώτι η χοληστερόλη μεταβολίζεται και αποβάλλεται δια μέσου του πεπτικού σωλήνα.

Τα υψηλά επίπεδα LDL χοληστερίνης (γνωστής ως «κακή» χοληστερίνη) και τριγλυκεριδίων στο αίμα, συνδέονται με την καρδιακή και αγγειακή νόσο, με τα εγκεφαλικά επεισόδια και άλλες παθήσεις. Η υπέρταση είναι συχνή σε άτομα με διαταραχές των λιπιδίων (δυσλιπιδαιμίες) και ο συνδυασμός αυτών των καταστάσεων αυξάνει τον κίνδυνο για στεφανιαία νόσο της καρδιάς.

Οι διαταραχές των λιπιδίων (δυσλιπιδαιμίες) όταν κληρονομούνται με ετερόζυγη ή ομόζυγη μορφή λέγονται οικογενείς ή είναι δευτερογενείς όταν συνδέονται με άλλα νοσήματα όπως σακχαρώδης διαβήτης, διαταραχές του θυροειδούς αδένα, παθήσεις των νεφρών, παγκρεατίτιδες, λήψη φαρμάκων κ.τ.λ.

Ο Ενδοκρινολόγος είναι εκπαιδευμένος να ανιχνεύσει τους παράγοντες που μπορεί να συνδέονται με διαταραχές των λιπιδίων όπως ο υποθυρεοειδισμός, η χρήση φαρμάκων όπως τα στεροειδή ή γενετικούς μεταβολικούς παράγοντες. Διαταραχές των λιπιδίων υπάρχουν σε διάφορες καταστάσεις, όπως το μεταβολικό σύνδρομο, οι πολυκυστικές ωοθήκες και η παχυσαρκία.

Ειδικές δίαιτες, άσκηση και φαρμακευτική αγωγή, μπορεί να συστηθούν από τον γιατρό για την αντιμετώπιση της υπερλιπιδαιμίας.

Οι δυσλιπιδαιμίες χωρίζονται σε δυο κατηγορίες, τις πρωτοπαθείς και τις δευτεροπαθείς. Πρωτοπαθείς είναι οι:

  • Χυλομικροναιμία (κίνδυνος οξείας παγκρεατίτιδας)
  • οικογενής υπερχοληστερολαιμία, ομόζυγη (1/1000.000. άτομα), ετεροζυγη(1/500 άτομα)
  • μεικτή υπελιπιδαιμία (χοληστερόλη και τριγλυκερίδια αυξημένα)
  • οικογενής υπερτρυγλυκεριδαιμία (1/2000 άτομα)
  • οικογενής μείωση της HDL

Οι δευτεροπαθείς δυσλιπιδαιμίες προκαλούνται από σακχαρώδη διαβήτη, υποθυρεοειδισμό, αποφρακτικη ηπατική νόσο, χρόνια νεφρική νόσο, παχυσαρκία, κατάχρηση οινοπνεύματος, φάρμακα όπως αναβολικά στεροειδή, β-αποκλειστές, διουρητικά, οιστρογόνα, κορτικοειδή.

Γίνεται λοιπόν γνωστό ότι ένα ευρύ φάσμα του πληθυσμού δύναται να πάσχει από κάποια μορφή δυσλιπιδαιμίας, και για αυτό ο τακτικός έλεγχος των τιμών των λιπιδίων είναι καίριος τόσο για την σωστή διάγνωση της πιθανής διαταραχής, όσο και για την πρόληψη νόσων, και καλής υγείας και ευρωστίας.

Δυστυχώς οι διαταραχές των λιπιδίων δεν παρουσιάζουν κανένα απολύτως σύμπτωμα ικανό να στείλει τον ασθενή στο γιατρό, παρά μόνο ισχνά σημεία όπως τα ξανθώματα (δερματικές αλλοιώσεις στον αχίλλειο τένοντα και τα γόνατα, πολλές φορές και επώδυνες) και ξανθελάσματα (λιπώδεις περιοφθαλμικοί όζοι).

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η διάγνωση τους να γίνεται συνήθως ταυτόχρονα με τη διάγνωση της νόσου που έχουν προκαλέσει (στεφανιαία νόσος, κτλ.)

Ακριβώς για αυτό το λόγο κρίνεται απαραίτητος ο περιοδικός προληπτικός έλεγχος, ένας έλεγχος απλός και ανώδυνος μιας και γίνεται με απλή εξέταση αίματος. Η επίσκεψη στο γιατρό, με το αποτέλεσμα των εξετάσεων, θα βοηθήσει τον ασθενή να χαρτογραφήσει το λιπιδαιμικό του προφίλ και να προλάβει νόσους που οφείλονται στα λιπίδια ή μεταξύ άλλων και σε αυτά, αρκετά έτη πριν εμφανιστούν.

Ο βασικότερος λόγος είναι διότι η λιποπρωτεϊνη HDL απομακρύνει τη χοληστερίνη που εναποτίθεται στα αγγεία και τη μεταφέρει στο συκώτι.

Στο συκώτι η χοληστερόλη μεταβολίζεται και αποβάλλεται δια μέσου του πεπτικού σωλήνα.

Επιπρόσθετα η λιποπρωτεϊνη HDL χοληστερίνη έχει αντιοξειδωτικές και αντιφλεγμονώδεις δράσεις που μειώνουν τις βλάβες στις αρτηρίες.

Κατά γενικό κανόνα, όσο πιο ψηλή είναι η καλή HDL χοληστερίνη, τόσο μεγαλύτερη είναι η δυνατότητα του οργανισμού να απομακρύνει τη χοληστερίνη από τα αγγεία και να αποτρέπει τη δημιουργία ή επιδείνωση της αθηρωμάτωσης.

Όταν η καλή HDL χοληστερίνη είναι χαμηλή στο αίμα, ο κίνδυνος αθηρωμάτωσης και στένωσης ή απόφραξης των αγγείων είναι μεγαλύτερος.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η καλή HDL χοληστερίνη προφυλάσσει τα αγγεία, βοηθά στο να διατηρούνται ανοικτά, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο στένωσης και απόφραξης.

Αθηροσκλήρωση είναι η προοδευτική πάχυνση του εσωτερικού χιτώνα των αγγείων, με τελική συνέπεια τη μικρή ή μεγάλη στένωση ή απόφραξη του αυλού του. Με απλά λόγια είναι το «πουρί» που δημιουργείται στο εσωτερικό τοίχωμα της αρτηρίας και έχει σαν αποτέλεσμα να την «καταστρέψει».

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της αθηροσκλήρωσης, είναι η συσσώρευση χοληστερόλης στο αρτηριακό τοίχωμα. Η διαδικασία αρχίζει όταν τραυματίζεται το ενδοθήλιο της αρτηρίας. Ακολουθεί μια φλεγμονώδης διεργασία και τελικά δημιουργείται αθηροσκληρωτική πλάκα, η οποία μπορεί να παρακωλύει την ροή του αίματος ή να ραγεί και να σχηματίσει θρόμβο.

Συνέπειες της αθηροσκλήρωσης είναι οι ισχαιμικές καρδιαγγειακές παθήσεις όπως η στηθάγχη, το έμφραγμα του μυοκαρδίου, τα εγκεφαλικά επεισόδια, οι περιφερικές αγγειοπάθειες. Στις επιπλοκές της αθηροσκλήρωσης αποδίδονται το 50% περίπου του συνολικού αριθμού των θανάτων.

Η αθηροσκλήρωση αποδίδεται σε παράγοντες κινδύνου που όταν υπάρχουν επιταχύνουν την απόφραξη του αγγείου και την εμφάνιση της ισχαιμικής καρδιοπάθειας. Τέτοιοι παράγοντες είναι η δυσλιπιδαιμία, η υπέρταση, το κάπνισμα, ο σακχαρώδης διαβήτης, η παχυσαρκία, η έλλειψη άσκησης, το άγχος, το οικογενειακό ιστορικό, το φύλο κ. ά.

Η συχνότητα της στεφανιαίας νόσου αυξάνεται τα τελευταία χρόνια στις γυναίκες. Οι παράγοντες που ενοχοποιούνται γι' αυτή την αύξηση είναι το κάπνισμα και η παχυσαρκία. Έχει βρεθεί ότι ο σπουδαιότερος παράγοντας κινδύνου στις γυναίκες είναι το κάπνισμα. Επίσης έχει βρεθεί ότι πλην των κλασσικών παραγόντων κινδύνου τις γυναίκες επηρεάζουν περισσότερο το μεταβολικό σύνδρομο, το άγχος, η κατάθλιψη και τα χαμηλά επίπεδα οιστρογόνων μετά την εμμηνόπαυση.

Εκείνο που πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα είναι το ότι η στεφανιαία νόσος στις γυναίκες εκδηλώνεται με άτυπα ενοχλήματα όπως:

  • Πόνος στο λαιμό, στον ώμο, πίσω στην πλάτη και δυσφορία στην κοιλιά
  • Δύσπνοια στην κόπωση
  • Ναυτία ή έμετος
  • Ιδρώτας
  • Ζάλη
  • Ανεξήγητη κόπωση

Στις γυναίκες ηλικίας μικρότερης των 60 έχει διπλασιαστεί το διατοιχωματικό έμφραγμα του μυοκαρδίου και σε ηλικία κάτω των 50 έχει τριπλασιαστεί. Τα ¾ των γυναικών αυτών που έπαθαν έμφραγμα είναι καπνίστριες ενώ το 1995 ήταν καπνίστριες μόνο το 1/3. Επίσης η παχυσαρκία αυξήθηκε από 18% σε 27%.

Πρέπει να έχουμε όλοι υπόψη μας ότι σήμερα οι νέες γυναίκες έχουν περισσότερο αυξημένο κίνδυνο να πάθουν έμφραγμα του μυοκαρδίου και αυτό συνδέεται με το κάπνισμα και την παχυσαρκία και πρέπει σήμερα αναφορικά με τη δημόσια υγεία να γίνει εστιασμός στις νέες γυναίκες. Ως προς τη θεραπεία της στεφανιαίας νόσου στις γυναίκες υπάρχουν μερικές διαφορές από τη θεραπεία αυτής στους άνδρες όπως: πρώτο στις γυναίκες είναι η θεραπεία κυρίως με φάρμακα και λιγότερο με αγγειοπλαστική και δεύτερον η θρομβόλυση τείνει να είναι πιο αποτελεσματική στις γυναίκες από ότι στους άνδρες.

Είναι απίθανο στα παιδιά και στους εφήβους να εμφανίζεται καρδιακή προσβολή ως αποτέλεσμα της αθηροσκλήρωσης. Αυτό δε συμβαίνει γιατί η στένωση των αγγείων ως αιτία της αθηροσκλήρωσης χρειάζεται πάρα πολλά χρόνια για να αναπτυχθεί. Πάντως η διαδικασία της αθηροσκλήρωσης αρχίζει από την παιδική ηλικία. Στα περισσότερα παιδιά η αθηροσκλήρωση είναι πολύ μικρή και εξελίσσεται πολύ αργά. Σε μερικά όμως παιδιά η αθηροσκλήρωση επιδεινώνεται πολύ γρήγορα και αυξάνει τον κίνδυνο στεφανιαίας νόσου στην πρώιμη ενήλικη ζωή.

Είναι συχνά εύκολο να διακρίνουμε πια παιδιά είναι σε μεγάλο κίνδυνο αθηροσκλήρωσης και να αρχίσουμε την πρόληψη κυρίως με τη δίαιτα και την άσκηση.

Παράγοντες κινδύνου για πρώιμη αθηροσκλήρωση στα παιδιά είναι οι κάτωθι:

  • Η παχυσαρκία (1/4 Ελληνόπουλα είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα)
  • αυξημένη πίεση
  • Οικογενειακό ιστορικό στεφανιαίας νόσου. Έχει βρεθεί ότι παιδιά των οποίων οι γονείς ή οι παππούδες έπαθαν καρδιακή προσβολή έχουν διπλάσια πιθανότητα να αναπτύξουν στεφανιαία νόσο
  • Κάπνισμα και παθητικό κάπνισμα
  • Υποκείμενη καρδιακή νόσος (χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, σακχαρώδης διαβήτης)

Θεραπεία παραγόντων κινδύνου στα παιδιά:

Σε όλα τα παιδιά που έχουν αυξημένο κίνδυνο πρώιμης αθηροσκλήρωσης πρέπει να συνιστάται ειδική δίαιτα, άσκηση, αποφυγή έκθεσης σε χώρο καπνιστών και απώλεια βάρους. Η φαρμακευτική θεραπεία χρειάζεται πολύ προσοχή και πολύ σκέψη. Η απόφαση για φαρμακευτική θεραπεία πρέπει να στηρίζεται στους κάτωθι παράγοντες:

  • Η σοβαρότητα του κινδύνου για ανάπτυξη στεφανιαίας νόσου
  • Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας
  • Παρενέργειες από τη θεραπεία